Navigation Area:

Service Navigation:

Banner

TRUCK TOUR 2008

You are here:

>Αρχική σελίδα>Εθνική Πληροφορία> Η εφαρ΅ογή των οδηγιών για την ισότητα στα κράτη ΅έλη της ΕΕ


Content Area:

Η εφαρμογή των οδηγιών για την ισότητα στα κράτη μέλη της Ε.Ε.

Σκοπός της παρούσας έκθεσης δεν είναι να εξετάσει λεπτομερώς το τι συμβαίνει σε κάθε κράτος μέλος και να παρουσιάσει κατά τρόπο εξαντλητικό τις αλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί ή μελετώνται. Αντιθέτως, σκοπός είναι να περιγραφούν επιλεγμένα μέτρα που έχουν ήδη θεσπιστεί ή πρόκειται να θεσπιστούν σύντομα σε συγκεκριμένες χώρες ώστε να δημιουργηθεί μια εικόνα του είδους των δράσεων που αναλαμβάνονται. Τα μέτρα αυτά καθώς και οι ρυθμίσεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους μπορούν επίσης να χρησιμεύσουν ως παραδείγματα για τις κυβερνήσεις που βρίσκονται ακόμη στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με τον βέλτιστο τρόπο εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους βάσει των οδηγιών.


Η διαδικασία διαβουλεύσεων σε διάφορες χώρες

Στη Δανία, εκπρόσωποι διαφόρων υπουργείων, τοπικών αρχών, του Κέντρου για τα δικαιώματα του Ανθρώπου, του Συμβουλίου Εθνικών Μειονοτήτων και εκπρόσωποι εργοδοτών και συνδικαλιστικών οργανώσεων συμμετείχαν ως μέλη μας επιτροπής εμπειρογνωμόνων για τη μελέτη νέας νομοθεσίας σχετικά με τη φυλετική ισότητα μετά την έκδοση της οδηγίας. Η έκθεση που εκπονήθηκε από την επιτροπή κυκλοφόρησε ευρέως για σχολιασμό. Με βάση την έκθεση αυτή, τον Ιανουάριο του 2003, κατατέθηκαν στο κοινοβούλιο δύο νομοσχέδια με σκοπό την παροχή της προστασίας που απαιτείται από τις δύο οδηγίες.

Στη Φινλανδία, η κυβέρνηση συνέστησε δύο ομάδες εργασίας για την εξέταση των αλλαγών που απαιτούνται στη νομοθεσία για τη συμμόρφωση με τις δύο οδηγίες. Η ομάδα για τη φυλετική ισότητα αποτελείτο από το διαμεσολαβητή για τις μειονότητες και το διαμεσολαβητή για την ισότητα, εκπροσώπους εργοδοτών και εργαζομένων και δύο ΜΚΟ (η Φινλανδική Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και το Συμβουλευτικό Κέντρο Προσφύγων) καθώς και από εκπροσώπους αρμοδίων υπουργείων. Επίσης, δόθηκε η δυνατότητα σε εκπροσώπους ομάδων εθνικών μειονοτήτων και μεταναστών να σχολιάσουν τις προτάσεις της ομάδας. Στη συνέχεια, στα τέλη του 2002 κατατέθηκε στο κοινοβούλιο ένα ενιαίο νομοσχέδιο για την ισότητα, το οποίο καλύπτει όλους τους λόγους διακρίσεων.

Στη Σουηδία, το 1999 τέθηκαν σε ισχύ νόμοι που απαγορεύουν τις διακρίσεις στην απασχόληση για λόγους εθνικής καταγωγής, ειδικών αναγκών και σεξουαλικής προτίμησης. Οστόσο, οι νόμοι αυτοί θα πρέπει να τροποποιηθούν και να επεκταθούν προκειμένου να εξασφαλιστεί η προστασία που απαιτείται από τις οδηγίες, ενώ μια εξεταστική επιτροπή εκπόνησε έκθεση σχετικά με τους βέλτιστους τρόπους για να επιτευχθεί αυτό. Οργανώσεις που εκπροσωπούν τις θιγόμενες ομάδες, εκπρόσωποι εργοδοτών και εργαζομένων, οι διαμεσολαβητές κατά των διακρίσεων, πανεπιστήμια και εκκλησίες είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις σχετικά με την έκθεση αυτή.

Εξίσου ευρείες διαβουλεύσεις πραγματοποιήθηκαν στις Κάτω Χώρες σχετικά με νέες νομοθετικές προτάσεις για την αντιμετώπιση των διαφόρων μορφών διακρίσεων που καλύπτονται από τις οδηγίες. Το νομοσχέδιο για την ίση μεταχείριση των ατόμων με ειδικές ανάγκες απεστάλη προς μελέτη σε 25 οργανώσεις, περιλαμβανομένων σωματείων εργοδοτών και συνδικαλιστικών οργανώσεων, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων καθώς και οργανώσεων που εκπροσωπούν τα ίδια τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Στη διαδικασία διαβουλεύσεων σχετικά με το νομοσχέδιο για την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας συμμετείχαν η Επιτροπή Ίσης Μεταχείρισης, το Ίδρυμα Εργασίας και το Συμβούλιο Δημοσίων Υπαλλήλων και Εργαζομένων.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο πραγματοποιήθηκαν εξαιρετικά ευρείες διαβουλεύσεις. Η κυβέρνηση κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες για τη δημοσιοποίηση των σχετικών θεμάτων και για την άντληση απόψεων από οργανώσεις, εταιρείες και ενδιαφερόμενα άτομα σχετικά με τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να τροποποιηθεί η υφιστάμενη νομοθεσία για την παροχή της προστασίας που απαιτείται από τις οδηγίες. Οι διαβουλεύσεις στη Μεγάλη Βρετανία (δηλαδή την Αγγλία, Ουαλία και Σκοτία) υπάρχει ξεχωριστή νομοθεσία και διαδικασίες στη Βόρεια Ιρλανδία) ξεκίνησαν με τη δημοσίευση του εγγράφου «Towards Equality and Diversity» (Με στόχο την ισότητα και την διαφορετικότητα) όπου περιγράφεται η γενική προσέγγιση της κυβέρνησης και επεξήγονται σε απλή γλώσσα τα κύρια χαρακτηριστικά των οδηγιών και των διαφόρων σχετικών θεμάτων. Η διαδικασία αυτή οδήγησε στην υποβολή άνω των 850 εισηγήσεων από ιδιώτες, επιχειρήσεις, εθελοντικές οργανώσεις και φορείς εκπροσώπησης. Ακολούθησε η δημοσίευση του εγγράφου «Equality and Diversity - the Way Ahead» (Ισότητα και διαφορετικότητα (Η μελλοντική πορεία), όπου παρουσιάστηκαν οι προτάσεις της κυβέρνησης σχετικά με νέους κανονισμούς και δόθηκε μία ακόμη ευκαιρία στους ενδιαφερόμενους να εκφράσουν τις απόψεις τους. Συνοδεύθηκε από ένα τρίτο έγγραφο διαβουλεύσεων με τίτλο «Equality and Diversity - Making it Happen» (Ισότητα και διαφορετικότητα) (Η επίτευξη του στόχου), με σκοπό την άντληση απόψεων σχετικά με τις ρυθμίσεις και τους εξειδικευμένους φορείς που είναι καταλληλότεροι για την υποστήριξη της νομοθεσίας, καθώς και σε μορφή που είναι αναγνώσιμη από τα άτομα με αναπηρία. Όλα αυτά τα έγγραφα διαβουλεύσεων δημοσιεύθηκαν και σε άλλες γλώσσες εκτός της αγγλικής, περιλαμβανομένης της ινδικής, της κινεζικής και της αραβικής γλώσσας, με σκοπό την πρόσβαση σε εθνικές μειονότητες, καθώς και σε μορφή αναγνώσιμη για άτομα με ειδικές ανάγκες. Επίσης συνδυάστηκαν με μια σειρά εκδηλώσεων σε ολόκληρη τη χώρα, στις οποίες περιλαμβάνονταν συζητήσεις στρογγυλής τραπέζης μεταξύ υπουργών και οργανώσεων εκπροσώπησης με σκοπό την προώθηση της συμμετοχής περισσοτέρων ανθρώπων και τη διεύρυνση του φάσματος των απόψεων που εκφράζονται σχετικά με τις προτάσεις.

Χωριστές διαβουλεύσεις σε παρόμοια πλαίσια έχουν πραγματοποιηθεί στη Βόρεια Ιρλανδία. «Promoting Equality of Opportunity A Single Equality Bill for Northern Ireland» (Η προώθηση της ισότητας ευκαιριών ) Ένα ενιαίο νομοσχέδιο για την ισότητα στη Βόρεια Ιρλανδία) που αφορούσαν γενικές αρχές και η Προώθηση της Ισότητας των ευκαιριών. Εφαρμογή των υποχρεώσεων της Ε.Ε. στην Βόρεια Ιρλανδία αναζητούσαν απόψεις για το προτεινόμενο νομοσχέδιο.

Ευρύτερη κάλυψη των λόγων διακρίσεων

Στο Βέλγιο, βάσει του νέου ομοσπονδιακού νόμου που ψηφίστηκε στις αρχές του 2003, πέραν των διακρίσεων για λόγους εθνικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας ή σεξουαλικής προτίμησης, κηρύσσονται επίσης παράνομες οι διακρίσεις για λόγους φυσικών χαρακτηριστικών, οικογενειακής κατάστασης, τόπου γέννησης και κατάστασης υγείας.

 

Το ίδιο ισχύει επίσης στη Γαλλία, όπου ο νόμος σχετικά με τις διακρίσεις στην απασχόληση που ψηφίστηκε τον Νοέμβριο του 2001 καλύπτει όλους τους παραπάνω λόγους και επιπλέον τις διακρίσεις για λόγους πολιτικών πεποιθήσεων και συνδικαλιστικής δραστηριότητας. Αυτοί οι δύο τελευταίοι λόγοι περιλαμβάνονται επίσης στον προτεινόμενο Εργατικό Κώδικα στην Πορτογαλίας

 

Όλοι οι πιθανοί λόγοι διακρίσεων που αναφέρθηκαν ανωτέρω καλύπτονται και στη Φινλανδία βάσει του νόμου περί συμβάσεων απασχόλησης που ψηφίστηκε τον Ιούλιο του 2001 και ο οποίος επιπλέον απαγορεύει τις διακρίσεις για λόγους γλώσσας. Ο προτεινόμενος νόμος περί ισότητας, ο οποίος πρόκειται να τεθεί σε ισχύ το τρέχον έτος με στόχο την ανταπόκριση στις απαιτήσεις των δύο οδηγιών σε μία ενιαία νομοθετική πράξη, πρόκειται να καλύπτει επίσης όλους τους παραπάνω λόγους.

Διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της προστασίας

Στο Βέλγιο, ο ομοσπονδιακός νόμος που ψηφίστηκε τον Ιανουάριο του 2003 απαγορεύει τις διακρίσεις όσον αφορά την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες για λόγους θρησκείας, ειδικών αναγκών, ηλικίας κλπ. καθώς και για λόγους εθνικής καταγωγής. Επιπλέον, ορίζει επίσης ότι κάθε άτομο πρέπει να έχει ίσα δικαιώματα συμμετοχής σε κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτικές, καθώς και σε οικονομικές δραστηριότητες.

Στη Γαλλία, ο νόμος που ψηφίστηκε στις αρχές του 2002 κηρύσσει παράνομες τις διακρίσεις όσον αφορά την πρόσβαση σε στέγη για ευρύ φάσμα λόγων, περιλαμβανομένης της υπηκοότητας, της φυσικής εμφάνισης, των πολιτικών πεποιθήσεων, της υγείας και των συνδικαλιστικών δραστηριοτήτων καθώς και της εθνικής καταγωγής αλλά και για τους λόγους που ορίζονται στην οδηγία σχετικά με την ισότητα στην απασχόληση.

Στις Κάτω Χώρες, το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στο κοινοβούλιο για τη θέσπιση του δικαιώματος των ατόμων με ειδικές ανάγκες για ίση μεταχείριση περιλαμβάνει επίσης το δικαίωμά τους να έχουν ίση πρόσβαση σε δημόσιες συγκοινωνίες, καθώς επίσης στην απασχόληση και στην κατάρτιση.

Στη Σουηδία, το νομοσχέδιο που δημοσιεύθηκε το Μάρτιο του 2003 που καλύπτει την εθνική καταγωγή, τη θρησκεία ή την πίστη, τη σεξουαλική προτίμηση και την αναπηρία προβλέπουν επίσης ίση πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης της στέγασης, αλλά και σε θέσεις εργασίας και σε συναφείς τομείς που ορίζονται στην οδηγία για την ισότητα στην απασχόληση. Επιπλέον, οι διατάξεις που αναφέρονται στη θρησκεία ή την πίστη καλύπτουν επίσης το δικαίωμα για κοινωνική προστασία και κοινωνικά πλεονεκτήματα.

Στη Μεγάλη Βρετανία, η προστασία έναντι των φυλετικών διακρίσεων επεκτείνεται στην άνιση μεταχείριση κατά την άσκηση δημόσιων υπηρεσιών. Επίσης, ορίζεται ότι κάθε άτομο, ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής, έχει ίσα δικαιώματα πρόσβασης σε εγκαταστάσεις, καθώς και σε αγαθά και υπηρεσίες. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η ισχύς της προστασίας όσον αφορά τη χρήση χώρων ή εγκαταστάσεων, όπως πάρκων, πισινών ή οποιουδήποτε είδους χώρου στον οποίο παρέχεται δημόσια πρόσβαση καθώς και υπηρεσιών κατά τη γενική τους έννοια. Παρόμοια προστασία υπάρχει στη Βόρεια Ιρλανδία.

Ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση υποθέσεων διακρίσεων

Στην Αυστρία, σύμφωνα με τα σχέδια τροποποιήσεων της νομοθεσίας, τα άτομα που καταγγέλλουν διακρίσεις θα μπορούν να προσφύγουν ενώπιον του Συμβουλίου Ισότητας ή / και ενώπιον αστικών δικαστηρίων. Το Συμβούλιο Ισότητας θα έχει την εξουσία να κινεί διαδικασίες συνδιαλλαγής και να λαμβάνει μη δεσμευτικές αποφάσεις.

Στις Κάτω Χώρες, τα θύματα διακρίσεων μπορούν να υποβάλλουν την καταγγελία τους στην Επιτροπή Ίσης Μεταχείρισης (ΕΙΜ) χωρίς να είναι αναγκαίο να πληρώσουν οτιδήποτε. Η ΕΙΜ δεν μπορεί να ορίζει αποζημιώσεις και οι αποφάσεις της δεν είναι νομικά δεσμευτικές, γενικώς όμως ακολουθούνται. Μπορεί ωστόσο η ίδια να ασκήσει δικαστική αγωγή εάν δεν ακολουθηθούν οι συστάσεις της.

Στην Ιταλία, βάσει του ισχύοντος νόμου για τη μετανάστευση ο οποίος ενδέχεται να τροποποιηθεί προκειμένου να παρέχει την προστασία που απαιτείται από τις οδηγίες, καταβάλλεται ιδιαίτερη προσπάθεια να αποφεύγονται «όλες οι άσκοπες τυπικότητες» κατά την ακρόαση υποθέσεων διακρίσεων. Σε τέτοιες υποθέσεις, ο δικαστής έχει την εξουσία να εκδώσει προσωρινή απόφαση να σταματήσει η εφαρμογή των διακρίσεων.

Στην Ιρλανδία, όσοι υφίστανται διακρίσεις μπορούν να προσφύγουν στο Διευθυντή Ερευνών για την Ισότητα (ODEI the equality tribunal) και όσον αφορά την απασχόληση είτε στο ODEI είτε στο Εργατοδικείο (Labour Court). Αμφότερα μπορούν να παραπέμψουν την υπόθεση για μεσολάβηση από έναν υπεύθυνο μεσολάβηση για την ισότητα του ODEI, εκτός εάν ένα από τα μέρη αντιτίθεται. Μετά από έρευνες ένας υπεύθυνος για την ισότητα ή οι Αρμόδιες Δικαστικές Αρχές μπορούν να απαιτήσουν αποζημίωση ή / και να διατάξουν να ακολουθηθούν συγκεκριμένα μέτρα.

Στη Σουηδία, τα θύματα διάκρισης μπορούν να καταφύγουν είτε στο Εργατοδικείο, ή σε περίπτωση που δεν συνεπάγονται θέματα απασχόλησης στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Αμφότερα καταβάλλουν προσπάθειες για μεσολάβηση μεταξύ των μερών και για εθελοντική διευθέτηση.

Στη Μεγάλη Βρετανία, οι υποθέσεις διακρίσεων στον τομέα της απασχόλησης εξετάζονται από δικαστήρια που είναι αρμόδια για θέματα απασχόλησης (employment tribunals), όπου οι διαδικασίες είναι σχετικά άτυπες με μερικούς περιορισμούς όσον αφορά την εκπροσώπηση και ως επί το πλείστον δεν είναι αναγκαία η καταβολή αμοιβών για την έναρξη της εξέτασης μιας υπόθεσης και, συνήθως, ο αιτών δεν βαρύνεται με κανένα κόστος σε περίπτωση ανεπιτυχούς για εκείνον έκβασης της υπόθεσης. Ένας βασικός ρόλος της πολιτικής για επίλυση διαφορών είναι η παροχή βοήθειας στις δύο πλευρές να καταλήξουν σε συμβιβασμό και σε αυτό βοηθά μια ανεξάρτητη υπηρεσία συνδιαλλαγής, η ACAS, εφόσον είναι απαραίτητο. Στη Βόρεια Ιρλανδία υπάρχει παρόμοιο σύστημα, όπου καταγγελίες για φύλο, φυλή ή αναπηρία αναφέρονται στο Εργατοδικείο (Industrial Tribunal) και όσες αφορούν θρησκευτικές πεποιθήσεις και πολιτικές απόψεις στο δικαστήριο ίσης μεταχείρισης στην απασχόληση (Fair Employment Tribunal).

Παροχή βοήθειας και υποστήριξης σε θύματα διακρίσεων

Τόσο στο Βέλγιο όσο και στη Γαλλία, βάσει της νομοθεσίας που θεσπίστηκε πρόσφατα, οι συνδικαλιστικές και άλλες οργανώσεις που έχουν διανύσει περίοδο λειτουργίας τουλάχιστον πέντε ετών μπορούν όχι μόνο να εκπροσωπούν τα άτομα που καταγγέλλουν διακρίσεις αλλά και να εγείρουν δικαστική αγωγή οι ίδιες για λογαριασμό τους.

Επίσης, στη Γαλλία, τον Μάιο του 2001 δημιουργήθηκε μια δωρεάν τηλεφωνική υπηρεσία (ο αριθμός 114), η οποία δίνει τη δυνατότητα σε άτομα που υφίστανται φυλετικές διακρίσεις ή είναι μάρτυρες τέτοιων διακρίσεων να καλούν για πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματά τους και για συμβουλές σχετικά με το τι μπορούν να πράξουν και πώς να λάβουν βοήθεια. Οι καλούντες μπορούν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους εφόσον το επιθυμούν. Μια παρόμοια υπηρεσία δημιουργήθηκε και στο Βέλγιο από το CE (Κέντρο για τις Ίσες Ευκαιρίες και την Αντίθεση στο Ρατσισμό).

Στις Κάτω Χώρες συστάθηκαν Γραφεία κατά των διακρίσεων σε πάνω από 40 πόλεις και στη Σουηδία σε πάνω από 13 πόλεις, ώστε τα άτομα που πέφτουν θύματα φυλετικών διακρίσεων να μπορούν να λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με το τι μπορούν να κάνουν για να αποτρέπουν τις διακρίσεις και σχετικά με τις νομικές ενέργειες στις οποίες μπορούν να προβούν για να ζητήσουν αποκατάσταση.

Σύσταση ανεξάρτητων φορέων που συμβάλλουν στην καταπολέμηση των διακρίσεων

Στη Μεγάλη Βρετανία, το 1976 συστάθηκε η Επιτροπή Φυλετικής Ισότητας. Στις αρμοδιότητές της περιλαμβάνεται η εξάλειψη των διακρίσεων, η προώθηση των ίσων ευκαιριών και των καλών σχέσεων, η παροχή καθοδήγησης και συμβουλών σε άτομα και επιχειρήσεις σχετικά με τα νόμιμα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους καθώς και η παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας της νομοθεσίας. Πιο πρόσφατα, το 2000, συστάθηκε η Επιτροπή για τα δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία με παρόμοιες αρμοδιότητες, μετά την ψήφιση νομοθεσίας για την προστασία των ατόμων με Αναπηρία. Στη Βόρεια Ιρλανδία, το 1999 συστάθηκε μια ενιαία επιτροπή για την ισότητα. Η κυβέρνηση διερευνά την πιθανότητα να προχωρήσει στη σύσταση μιας ενιαίας επιτροπής στη Μεγάλη Βρετανία μακροπρόθεσμα και να πραγματοποιεί ευρείες διαβουλεύσεις σχετικά με τα πλεονεκτήματα της επιλογής αυτής.

Στο Βέλγιο, το CECLR (Κέντρο για τις Ίσες Ευκαιρίες και την Αντίθεση προς το Ρατσισμό) συστάθηκε το 1993 με σκοπό την καταπολέμηση των φυλετικών διακρίσεων. Στις δραστηριότητές του περιλαμβάνεται η διεξαγωγή ερευνών, η δημοσίευση εκθέσεων, η υποβολή συστάσεων προς την κυβέρνηση σε θέματα διακρίσεων, η οργάνωση προγραμμάτων κατάρτισης και ο συντονισμός του διαλόγου με τις ΜΚΟ. Βάσει των νέων νόμων, του ανατέθηκε η αρμοδιότητα να ασχολείται επίσης με όλες τις άλλες μορφές διακρίσεων που καλύπτονται από τις οδηγίες, πέραν των διακρίσεων που βασίζονται στην εθνική καταγωγή. Ο ρόλος του επεκτάθηκε καθώς του δόθηκε η δυνατότητα να λαμβάνει καταγγελίες από θύματα διακρίσεων, να διαμεσολαβεί μεταξύ των εμπλεκομένων μερών και να παρακολουθεί την εφαρμογή των δύο νέων νόμων για την κατάργηση των διακρίσεων.

Στις Κάτω Χώρες, το 1994 συστάθηκε η Επιτροπή Ίσης Μεταχείρισης ως ένας ανεξάρτητος φορέας, ο οποίος ασχολείται με καταγγελίες διακρίσεων για λόγους θρησκείας, σεξουαλικής προτίμησης, πολιτικού προσανατολισμού, υπηκοότητας και οικογενειακής κατάστασης καθώς και εθνικής καταγωγής. Οι αρμοδιότητές της θα επεκταθούν για την κάλυψη των διακρίσεων λόγω ηλικίας και ειδικών αναγκών μόλις ψηφιστούν τα δύο νομοσχέδια τα οποία επί του παρόντος βρίσκονται υπό μελέτη. Η επιτροπή έχει τη δυνατότητα να διενεργεί έρευνες με δική της πρωτοβουλία για να διαπιστώσει κατά πόσον εφαρμόζονται συστηματικές διακρίσεις σε συγκεκριμένες δημόσιες υπηρεσίες ή τμήματα του ιδιωτικού τομέα και μπορεί επίσης να κινεί νομικές διαδικασίες, εφόσον είναι απαραίτητο, για να θέτει τέρμα στις διακρίσεις αυτές. Υποχρεούται να δημοσιεύει ετήσιες εκθέσεις σχετικά με τις δραστηριότητές της και να υποβάλει αναφορές κάθε πέντε έτη σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας της νομοθεσίας.

Στην Ιρλανδία, το 1999 συστάθηκε η Αρχή Ισότητας ως ανεξάρτητος φορέας βάσει του νόμου για την ισότητα στην απασχόληση. Στην αποστολή της περιλαμβάνεται η ανάληψη δράσης για την εξάλειψη των διακρίσεων και προώθηση των ίσων ευκαιριών. Ένα από τα καθήκοντά της είναι επίσης να δημοσιοποιεί τα στοιχεία της υπάρχουσας νομοθεσίας κατά των διακρίσεων. Τον Ιούνιο του 2000 συστάθηκε μια άλλη οργάνωση, η Comhairle, ως δίκτυο των Κέντρων ενημέρωσης των πολιτών προκειμένου να παρέχει συμβουλές στις μειονεκτούσες ομάδες, όπως στις εθνικές μειονότητες, σχετικά με την άσκηση των δικαιωμάτων τους για κοινωνικές υπηρεσίες. Παρέχει επίσης πληροφορίες για τον εξοπλισμό και τη σχεδίαση κτιρίων για την ανακούφιση των προβλημάτων των ατόμων με ειδικές ανάγκες. Στη Σουηδία, το 1986 δημιουργήθηκε ο θεσμός του διαμεσολαβητή για τις εθνικές μειονότητες προκειμένου να παρέχει συμβουλές και βοήθεια σε θύματα φυλετικών διακρίσεων για να καταφεύγουν στο δικαστήριο και να εποπτεύει τη συμμόρφωση με τη νομοθεσία. Ο διαμεσολαβητής για την αναπηρία συστάθηκε το 1994 και αυτός για το σεξουαλικό προσανατολισμό το 1999 με παρόμοια καθήκοντα.

Στη Φινλανδία, τον Ιανουάριο του 2001 δημιουργήθηκε ο θεσμός του διαμεσολαβητή για τις μειονότητες με παρόμοια καθήκοντα όπως στη Σουηδία. Προτείνεται οι εξουσίες του θεσμού αυτού να ενισχυθούν και να δημιουργηθεί ένας συμπληρωματικός φορέας, το Συμβούλιο Διακρίσεων, με την ικανότητα να επιβάλει τις αποφάσεις του διαμεσολαβητή και να απαγορεύει ενέργειες που εισάγουν διακρίσεις.

Στο Λουξεμβούργο, η διυπουργική επιτροπή που είναι αρμόδια για την υποβολή προτάσεων σχετικά με τις νομοθετικές αλλαγές που είναι απαραίτητες για τη συμμόρφωση με τις δύο οδηγίες πρότεινε τη δημιουργία ενός εξειδικευμένου φορέα για την αντιμετώπιση των διακρίσεων για όλους τους λόγους που ορίζονται στις οδηγίες αυτές.

Ομοίως στην Αυστρία, τα σχέδια τροποποιήσεων της νομοθεσίας προτείνουν τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής Ίσης Μεταχείρισης (Gleichbehandlungskommission) και του Γραφείου Ίσης Μεταχείρισης (Gleichbehandlungsanwaltschaft) ώστε να καλύπτουν όλους τους λόγους εφαρμογής διακρίσεων. Η επιτροπή αυτή εξετάζει τα γενικά θέματα που αφορούν τη διάκριση, αλλά μπορεί να λάβει αποφάσεις που δεν είναι δεσμευτικές σε ατομικές περιπτώσεις διενέξεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων. Το κύριο ενδιαφέρον της είναι η διευθέτηση υποθέσεων μέσω του διαμεσολαβητή. Το Γραφείο Ίσης Μεταχείρισης παρέχει συμβουλές και βοήθεια στα θύματα διακρίσεων.

Από κοινού ανάληψη του βάρους της απόδειξης

Στο Βέλγιο, ο ο΅οσπονδιακός νό΅ος που ψηφίστηκε τον Ιανουάριο του 2003, ο οποίος καταργεί όλες τις ΅ορφές διακρίσεων, ορίζει ρητώς ότι στατιστικά δεδο΅ένα (ή «εξετάσεις κατάστασης») ΅πορούν να χρησι΅οποιηθούν για να τεκ΅ηριωθεί η ύπαρξη αρχικών αποδεικτικών στοιχείων άνισης ΅εταχείρισης σε περιπτώσεις διακρίσεων. (Μια «εξέταση κατάστασης» συγκρίνει τον τρόπο ΅ε τον οποίο συ΅περιφέρεται κάποιος σε διαφορετικές περιστάσεις, όταν για παράδειγ΅α αντι΅ετωπίζει ένα άτο΅ο προερχό΅ενο από εθνοτική ΅ειονότητα ή κάποιο άτο΅ο ευρωπαϊκής καταγωγής.) Αφού διαπιστωθούν τα γεγονότα, το βάρος της απόδειξης βαραίνει το άτο΅ο που κατηγορείται για άδικη ΅εταχείριση, το οποίο καλείται να αποδείξει ότι υπάρχουν βάσι΅οι λόγοι για τη συ΅περιφορά του.

Στη ?ανία, την Ισπανία, τις Κάτω Χώρες και τη Σουηδία προγρα΅΅ατίζεται η συ΅περίληψη των ίδιων διατάξεων σχετικά ΅ε την από κοινού ανάληψη του βάρους της απόδειξης προγρα΅΅ατίζεται να ενσω΅ατωθούν στη νο΅οθεσία για την κατάργηση των διακρίσεων για διάφορους λόγους, όπως αυτοί που περιλα΅βάνονται στους νό΅ους για

την ισότητα των φύλων.

Απαγόρευση των αντιποίνων

Στο Βέλγιο, ο ομοσπονδιακός νόμος που ψηφίστηκε τον Ιανουάριο του 2003 προστατεύει τους εργαζόμενους από ενέργειες αντεκδίκησης εκ μέρους των εργοδοτών. Οι εργαζόμενοι έχουν το δικαίωμα να επιστρέφουν στην εργασία τους εάν έχουν απολυθεί, υπό τους ίδιους όρους υπό τους οποίους απασχολούνταν και πριν. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση της Γαλλίας, όπου εάν ο εργαζόμενος δεν επιθυμεί να παραμείνει στην ίδια εργασία, έχει το δικαίωμα αποζημίωσης (όχι κατώτερης των αποδοχών έξι μηνών). Στην Ιρλανδία τα αντίποινα απαγορεύονται επίσης βάσει της υφιστάμενης νομοθεσίας.

Στις Κάτω Χώρες, το νομοσχέδιο με το οποίο τροποποιείται ο νόμος περί ίσης μεταχείρισης και η ίση μεταχείριση όσον αφορά την αναπηρία και την ηλικία επεκτείνει τον ορισμό των αντιποίνων συμπεριλαμβάνοντας τους μάρτυρες (όπως απαιτείται από τις οδηγίες) καθώς και όσους προσάγουν στη δικαιοσύνη μια υπόθεση άδικης μεταχείρισης. Επίσης, διευρύνει την κάλυψη του νόμου ώστε να περιλαμβάνει πράξεις αντεκδίκησης εναντίον όσων καταγγέλλουν διακρίσεις σε τομείς εκτός της απασχόλησης. Αυτό ισχύει και στην υφιστάμενη νομοθεσία της Σουηδίας.

Στη Μεγάλη Βρετανία, η υφιστάμενη νομοθεσία για την ισότητα των φύλων και την αναπηρία καθιστά σαφές ότι κηρύσσονται παράνομα τα αντίποινα εναντίον όσων προσάγουν στη δικαιοσύνη υποθέσεις διακρίσεων αλλά και εναντίον μαρτύρων.

Θετική δράση ΅έσω των πολιτικών για την αγορά εργασίας

Στη Γαλλία, τέσσερις κυβερνητικοί φορείς αρμόδιοι για την πολιτική στον τομέα της αγοράς εργασίας και τη μετανάστευση (ANPE - ο Εθνικός Οργανισμός Απασχόλησης, FASILD - Ταμεία Δράσης και Υποστήριξης για την Ένταξη και την Καταπολέμηση του Ρατσισμού, DGEFP � Γενική Διεύθυνση Απασχόλησης και Επαγγελματικής Κατάρτισης και DPM - Υπηρεσία Πληθυσμού και Μετανάστευσης) εσύναψαν το 2002 μια τριετή συμφωνία με σκοπό να ενισχύσουν τον αγώνα κατά των διακρίσεων βελτιώνοντας την πρόσβαση των μεταναστών σε δημόσιες υπηρεσίες απασχόλησης, θέσεις εργασίας και κατάρτιση.

Στη Σουηδία, καταβλήθηκαν από καιρό προσπάθειες για την αύξηση της συμμετοχής των εθνικών μειονοτήτων στα προγράμματα της αγοράς εργασίας, ενώ στη Φινλανδία, τον Μάρτιο του 2001 η κυβέρνηση ξεκίνησε την εφαρμογή ενός προγράμματος δράσης, με στόχο μεταξύ άλλων την αύξηση της απασχόλησης των εθνικών μειονοτήτων σε δημόσιες αρχές.

Στην Πορτογαλία το Εθνικό Σχέδιο Απασχόλησης για το 2002 περιελάμβανε μέτρα για την αύξηση κατά 25 % της συμμετοχής των ατόμων με ειδικές ανάγκες σε προγράμματα της αγοράς εργασίας.

Σε ορισμένες χώρες ισχύουν συστήματα ποσοστώσεων, τα οποία υποχρεώνουν τις επιχειρήσεις να απασχολούν άτομα με ειδικές ανάγκες, ειδάλλως καταβάλλουν πρόστιμο. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, από το 1987 ισχύει ένα σύστημα που απαιτεί τουλάχιστον το 6 % του εργατικού δυναμικού των επιχειρήσεων που απασχολούν 20 ή περισσότερους εργαζομένους να αποτελείται από άτομα με ειδικές ανάγκες. Εάν αυτό δεν συμβαίνει, καταβάλλουν ένα ποσό σε κάποιο ταμείο. Ένα παρόμοιο σύστημα ισχύει στη Γερμανία, όπου από το 2000 οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να περιλαμβάνουν στο εργατικό δυναμικό τους άτομα με ειδικές ανάγκες σε ποσοστό τουλάχιστον 5 %. Εάν ο στόχος πολιτικής για μείωση της ανεργίας στα άτομα με αναπηρία δεν επιτευχθεί, υπάρχει πρόθεση το ποσοστό αυτό να αυξηθεί στο 6 %.

Προσαρμογές για άτομα με αναπηρία

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, μετά την ψήφιση του νόμου περί διακρίσεων λόγω ειδικών αναγκών του 1995, οι εργοδότες υποχρεούνται να προβαίνουν σε «εύλογες προσαρμογές» των ρυθμίσεων εργασίας και των χώρων εργασίας για άτομα με αναπηρία. Ο νόμος περιλαμβάνει έναν μακρύ κατάλογο του είδους των μέτρων τα οποία ενδέχεται να είναι αναγκαίο να λάβουν οι εργοδότες, όπως τροποποιήσεις σε κτίρια και εξοπλισμό, μεταφορά κάποιου ατόμου σε διαφορετικό χώρο εργασίας, ανάθεση ορισμένων καθηκόντων σε τρίτο άτομο και αλλαγή των ωρών εργασίας. Επίσης, ο νόμος ορίζει την έννοια του «εύλογου» με βάση τα οφέλη που θα απολαμβάνουν τα άτομα με αναπηρία σε σχέση με το κόστος και τις επιπτώσεις των αλλαγών. Νέοι κανονισμοί οι οποίοι πρόκειται να τεθούν σε ισχύ τον Οκτώβριο του 2004 θα ενισχύσουν την προστασία καθιστώντας σαφές ότι οι εργοδότες υποχρεούνται να λαμβάνουν όλα τα εύλογα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οποιαδήποτε «πρόβλεψη, κριτήριο ή πρακτική» ή οποιοδήποτε «φυσικό χαρακτηριστικό» των εγκαταστάσεών τους δεν θα πρέπει να θέτει τα άτομα με αναπηρία σε σημαντικά μειονεκτική θέση. Οι κανονισμοί θα ισχύουν για όλους τους εργοδότες, συμπεριλαμβανομένων όσων απασχολούν κάτω από 15 υπαλλήλους, οι οποίοι σήμερα εξαιρούνται, και θα επεκτείνονται σε επαγγέλματα όπως των δικηγόρων, των αστυνομικών και των πυροσβεστών, τα οποία σήμερα δεν καλύπτονται. Επίσης θα επεκταθούν και στους παροχής υπηρεσιών.

Στην Ιρλανδία, βάσει του νόμου περί ισότητας στην απασχόληση του 1998, απαιτείται επίσης από τους εργοδότες να πραγματοποιούν προσαρμογές για τα άτομα με αναπηρία, αν και στην περίπτωση αυτή δεν υποχρεούνται να λαμβάνουν μέτρα εάν το κόστος δεν είναι ασήμαντο. Αυτό θα αλλάξει στη νέα νομοθεσία που θα θεσπιστεί, η οποία θα περιλαμβάνει διατύπωση παρόμοια με αυτή που αναφέρεται στην οδηγία. Ένας ειδικός φορέας, η Εθνική Αρχή για άτομα με Ειδικές Ανάγκες που συστάθηκε το 2000, αναθέτει ή αναλαμβάνει έρευνες ή άλλες δραστηριότητες που αφορούν την αναπηρία και παρέχει βοήθεια στη συλλογή στατιστικών πληροφοριών για τον προγραμματισμό, διάθεση και παρακολούθηση προγραμμάτων και υπηρεσιών για άτομα με αναπηρία.

Στο Βέλγιο, ο ομοσπονδιακός νόμος που ψηφίστηκε τον Ιανουάριο του 2003 ορίζει ρητά ότι η αμέλεια εφαρμογής εύλογων τροποποιήσεων για άτομα με αναπηρία συνιστά η ίδια διάκριση. Επιπλέον, αυτό ισχύει όχι μόνο για την απασχόληση αλλά και για την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες.

Στη Σουηδία, ο νόμος του 1999 για την απαγόρευση των διακρίσεων εναντίον ατόμων με αναπηρία στην απασχόληση απαιτεί από τους εργοδότες να λαμβάνουν εύλογα μέτρα υποστήριξης για την απασχόληση, την προώθηση και την κατάρτιση των ατόμων αυτών. Μελετάται η δυνατότητα επέκτασης του συγκεκριμένου νόμου.

Στην Ισπανία, στις Κάτω Χώρες και στη Φινλανδία, νομοσχέδια σχετικά με την ίση μεταχείριση στην απασχόληση αναφέρουν την υποχρέωση των εργοδοτών να προβαίνουν σε εύλογες προσαρμογές για τους εργαζόμενους με αναπηρία.

Κώδικες δεοντολογίας για την ίση μεταχείριση

Στη Γαλλία, οι εργοδότες και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν συνάψει ορισμένες συμφωνίες σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο με στόχο την ευαισθητοποίηση σχετικά με τις φυλετικές διακρίσεις. Επιπλέον, ο νόμος που ψηφίστηκε τον Νοέμβριο του 2001 περιλαμβάνει ένα άρθρο που έχει ως στόχο να ενθαρρύνει την ενσωμάτωση εργασιακών πρακτικών κατά των διακρίσεων στις συλλογικές συμβάσεις.

Στις Κάτω Χώρες, αφότου θεσπίστηκε η Εθνική Διακήρυξη κατά των Διακρίσεων το 1992 δημόσιες αρχές και ΜΚΟ καταβάλλουν προσπάθειες για να ενθαρρύνουν την υιοθέτηση κωδίκων δεοντολογίας για την ίση μεταχείριση και να παρέχουν βοήθεια στις εταιρείες και άλλους οργανισμούς να τους αναπτύξουν.

Στην Ιρλανδία, σαν μέρος των συμφωνιών μεταξύ κυβερνήσεως και των κοινωνικών εταίρων καθιερώθηκε ένα πλαίσιο για την ανάπτυξη πολιτικών για ίσες ευκαιρίες σε επίπεδο των επιχειρήσεων, προκειμένου να ενθαρρυνθούν οι εταιρείες να υιοθετήσουν τέτοιες πρακτικές σε εθελοντική βάση και να παρέχουν πληροφορίες και στήριξη προς αυτή την κατεύθυνση. Επιδοτήσεις διατίθενται σε εργοδότες για την προσαρμογή των χώρων εργασίας με σκοπό την υποδοχή ατόμων με αναπηρία καθώς και για την παροχή κατάρτισης.

Ορισμός της έμμεσης διάκρισης

Ο ομοσπονδιακός νόμος που ψηφίστηκε στο Βέλγιο τον Ιανουάριο του 2003 περιέχει έναν ρητό ορισμό τόσο της άμμεσης όσο και της έμμεσης διάκρισης η τελευταία ορίζεται ως η συμπεριφορά ή πρακτική, η οποία ενώ είναι φαινομενικά ουδέτερη έχει αρνητικές επιπτώσεις σε συγκεκριμένα άτομα. Στην Ισπανία, στο Λουξεμβούργο, τη Φινλανδία και τη Σουηδία τα νομοσχέδια που έχουν καταρτιστεί περιέχουν έναν ορισμό της έμμεσης διάκρισης ο οποίος είναι ο ίδιος, ή σχεδόν ο ίδιος, με αυτόν που περιλαμβάνεται στις οδηγίες.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι έμμεσες διακρίσεις έχουν ήδη κηρυχθεί παράνομες βάσει του νόμου περί φυλετικών σχέσεων, όμως ο ορισμός που έχει υιοθετηθεί είναι ελαφρώς στενότερος από αυτόν που αναφέρεται στην οδηγία. Μετά από διαβουλεύσεις, προτάθηκε να τροποποιηθεί ο νόμος με διεύρυνση του ορισμού και με τη χρήση παρόμοιας διατύπωσης με αυτή που αναφέρεται στην οδηγία. Το αποτέλεσμα θα είναι να ενισχυθεί το εύρος της προστασίας με την κάλυψη περισσότερων πιθανών περιπτώσεων. Ο ίδιος ορισμός θα χρησιμοποιηθεί στη νέα νομοθεσία σχετικά με τις διακρίσεις λόγω θρησκείας και σεξουαλικής προτίμησης. Το επιχείρημα γι� αυτή την ενιαία προσέγγιση είναι ότι θα διευκολύνει αφενός τους εργοδότες να εντοπίζουν και να αλλάζουν αθέμιτες πρακτικές και αφετέρου τα άτομα που υφίστανται άδικη μεταχείριση για περισσότερους από ένα λόγους να αναλαμβάνουν δράση.

Στην Ιρλανδία απαγορεύονται οι έμμεσες διακρίσεις βάσει του υφιστάμενου νόμου, ο ορισμός όμως θα τροποποιηθεί για να συμβαδίζει με τις οδηγίες.

Καταπολέμηση της παρενόχλησης

Στο Βέλγιο, ο νόμος που ψηφίστηκε τον Ιανουάριο του 2003 κατά των διακρίσεων απαγορεύει ρητώς την παρενόχληση, η οποία ορίζεται περίπου με τον ίδιο τρόπο που ορίζεται και στις οδηγίες. Αυτό ισχύει επίσης για τα σχέδια νομοθεσίας στην Ισπανία, στις Κάτω Χώρες, στη Φινλανδία και στη Σουηδία. Στη Σουηδία, οι υφιστάμενοι νόμοι ήδη περιλαμβάνουν μια υποχρέωση των εργοδοτών να διερευνούν υποθέσεις παρενόχλησης και να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα ώστε να θέτουν τέρμα σε αυτές.

Στη Γαλλία, βάσει του «νόμου περί κοινωνικού εκσυγχρονισμού», ο οποίος ψηφίστηκε τον Ιανουάριο του 2002 και τροποποιεί τον εργατικό κώδικα, οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα να προστατεύονται έναντι της «ηθικής παρενόχλησης», σκοπός ή αποτέλεσμα της οποίας είναι η επιδείνωση των συνθηκών εργασίας κατά τρόπο που πιθανόν να θίγει την αξιοπρέπειά τους, να βλάπτει τη σωματική ή ψυχική τους υγεία ή τη σταδιοδρομία τους.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η παρενόχληση έχει ήδη κηρυχθεί παράνομη βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, ενώ η νομολογία έχει καθιερώσει έναν ελαφρώς ευρύτερο ορισμό από αυτόν που περιλαμβάνεται στις οδηγίες. Προκειμένου να μην περιοριστεί το εύρος της παρεχόμενης προστασίας, προτείνεται να οριστεί ότι παρενόχληση σημειώνεται εάν είτε θίγεται η αξιοπρέπεια ενός ατόμου είτε το άτομο αυτό υποβάλλεται σε «ένα εκφοβιστικό, εχθρικό, ταπεινωτικό ή επιθετικό περιβάλλον». Επομένως, το «είτε�είτε» αντικαθιστά το «και» που αναφέρεται στις οδηγίες.

Στην Ιρλανδία, όπου η παρενόχληση απαγορεύεται επίσης βάσει της νομοθεσίας ισότητας, το 2002 εξεδόθη ένας κώδικας πρακτικής προβλεπόμενος από το νόμο για τη σεξουαλική παρενόχληση και την παρενόχληση στο χώρο της εργασίας. Αυτός δίνει πρακτικές οδηγίες σχετικά με τη σημασία του όρου �παρενόχληση�, πώς μπορεί να αποφευχθεί και ποιες ενέργειες πρέπει να ληφθούν εάν συμβεί.